ΕΠΙΣΗΜΗ ΣΕΛΙΔΑ

[4]

Ο Ό­σιος Δα­βίδ ο εν Θεσ­σα­λο­νίκη


Ο Ο­σιος Δα­βίδ γεν­νή­θη­κε και έ­ζη­σε στην Θεσ­σα­λο­νί­κη. Α­πό μι­κρός εγ­κα­τέ­λει­ψε τον κό­σμο και ε­κά­ρη Μο­να­χός στο Μο­να­στή­ρι των Α­γί­ων Μαρ­τύ­ρων Θε­ο­δώ­ρου και Μερ­κου­ρί­ου. Μι­μού­με­νος τις α­ρε­τές των Ά­γι­ων της Εκ­κλη­σί­ας μας, α­γω­νι­ζό­ταν υ­πε­ράν­θρω­πα να τις α­πό­κτη­ση. Ε­πά­νω στην α­μυ­γδα­λιά έ­δω­σε τους με­γά­λους α­γώ­νες του, ε­ναν­τί­ον των πο­νη­ρών πνευ­μά­των, ε­ναν­τί­ον της φύ­σε­ως και ε­ναν­τί­ον των α­δυ­να­μι­ών της σάρ­κας. Και ο Πο­λυ­εύ­σπλα­χνος Κύ­ριος ει­δε τους α­γώ­νες και βρά­βευ­σε τον α­γω­νι­στή.

Και δεν του δώ­ρη­σε μό­νο πλού­σια τα χα­ρί­σμα­τα ε­πί της γης, άλ­λα και την αι­ώ­νια Βα­σι­λεί­α για α­νά­παυ­ση α­πό τους πο­λυ­μό­χθους κό­πους του και α­πό­λαυ­ση των αι­ω­νί­ων α­γα­θών.

Γέννηση: περ τ 450 μ.Χ.   
Κοίμηση: μεταξ τν τν 535 κα 541 μ.Χ.


Α­πό μι­κρός ά­κο­λού­θη­σε το Χρι­στό

Ο Ο­σιος πα­τέ­ρας μας Δα­βίδ, ο ε­πί­γει­ος Άγ­γε­λος και ε­που­ρά­νιος άν­θρω­πος, γεν­νή­θη­κε και α­να­τρά­φη­κε στην λάμ­πρη και με­γά­λη πό­λη της. Θεσ­σα­λο­νί­κης. Α­πό μι­κρός σή­κω­σε τον Σταυ­ρό με πλημ­μυ­ρι­σμέ­νη την καρ­διά του α­πό θει­ο, έ­ρω­τα. Πε­ρι­φρό­νη­σε κά­θε σω­μα­τι­κή α­νά­παυ­ση, εγ­κα­τέ­λει­ψε φί­λους και συγ­γε­νείς, τι­μή και πρό­σκαι­ρη δό­ξα, χρή­μα­τα, κτή­μα­τα και κά­θε άλ­λη προ­σω­ρι­νή ευ­τυ­χί­α, α­κό­μη και την ψυ­χή του, σύμ­φω­να με την ευ­αγ­γε­λι­κή πα­ραγ­γε­λί­α, και α­κο­λού­θη­σε τον Δε­σπό­τη Χρι­στό.

Εκά­ρη Μο­να­χός

Ε­κά­ρη λοι­πόν Μο­να­χός και έ­μει­νε σ­τό Μο­να­στή­ρι των Μαρ­τύ­ρων Θε­ο­δώ­ρου και Μερ­κου­ρί­ου που ο­νο­μά­ζε­ται των Κου­κού­λια­των. Σε αυ­τό η­σύ­χά­ζε, α­γω­νι­ζό­ταν υ­πε­ράν­θρω­πα και τη­ρού­σε με κά­θε ε­πι­μέ­λεια ό­λες τις α­ρε­τές. Πε­ρισ­σό­τε­ρο μά­λι­στα α­πό ό­λες τις α­ρε­τές, α­σκούν­ταν στην εγ­κρά­τεια και στην τα­πεί­νω­ση, γνω­ρί­ζον­τας πο­λύ κα­λά ό­τι ο χορ­τα­σμός της κοι­λί­ας δι­ώ­χνει την α­γρυ­πνί­α και την σω­φρο­σύ­νη και η κε­νο­δο­ξί­α πά­λι ε­ξα­φα­νί­ζει τε­λεί­ως ο­λες τις α­ρε­τές. Γι’ αυ­τό φρόν­τι­ζε να α­πό­κτη­ση σαν συ­νε­τός που ή­ταν, την τα­πει­νο­φρο­σύ­νη.

Μι­μεί­ται το­ύς Α­γί­ους στις α­ρε­τές

Δι­α­βά­ζον­τας ο Ο­σιος μέ­ρα και νύ­κτα τις θεί­ες Γρα­φές, θαύ­μα­ζε τις α­ρε­τές των Ά­γι­ων, των προ του νό­μου, και με­τά τον νό­μο, πως τους δό­ξα­σε ο Θε­ός, δι­ό­τι ύ­πά­κου­αν στις εν­το­λές Του και τον ευ­χα­ρι­στού­σαν ο­πως έ­πρε­πε. Και τον μεν Ά­βελ με την θυ­σί­α τον έ­λάμ­πρυ­νε, τον Α­βρα­άμ με την πί­στη, τον Ι­ω­σήφ με την σω­φρο­σύ­νη, τον Ι­ώβ με την υ­πο­μο­νή τον Μω­υ­ση α­νέ­δει­ξε νο­μο­θέ­τη και τον Δα­νι­ήλ και τους τρεις παί­δες: φύ­λα­ξε α­βλα­βείς, ά­πο το κα­μί­νι και τα λε­ον­τά­ρια. Σκε­πτό­με­νος την ζω­ή του, ο θαυ­μά­σιος Δα­βίδ, φρόν­τι­ζε, ο­λό­ψυ­χα τό­σο μπο­ρού­σε να τους μι­μει­ται για να γί­νη κλη­ρο­νό­μος τους στην Ου­ρά­νιο Βα­σι­λεί­α. Θαύ­μα­ζε ε­πί­σης δι­α­βά­ζον­τας και τους βί­ους των Ό­σι­ων, που ά­σκή­τευ­σαν με­τά την σω­τή­ρια σάρ­κω­ση του Σω­τη­ρος, οι ό­ποι­οι έ­κα­ναν τέ­τοι­ους θαυ­μά­σιους α­γώ­νες και πνευ­μα­τι­κές ε­πι­δό­σεις και μά­λι­στα τον ο­σιο Συ­με­ών τον θαυ­μα­στο­ρεί­τη, τον συ­νώ­νυ­μο του, και τον Δα­νι­ήλ και Πα­τά­πιο, τους ο­τυ­λί­τες, οι ό­ποι­οι πέ­ρα­σαν την ζω­ή ι­ούς στο ύ­παι­θρο ά­στε­γοι, βα­σα­νι­ζό­με­νοι, α­πό τους α­νέ­μους, τις βρο­χές και τα χι­ό­ναι. Όταν διάβαζε τους βί­ους αυτούς έ­κλαι­γε και τό­σο κα­τε­νυ­γε­το, ώ­στε ο α­εί­μνη­στος α­πε­φά­σι­σε να πέ­ρα­ση την ι­δια δύ­σκο­λη ζω­ή οσο και­ρό μπο­ρού­σε για να βρη ά­νε­ση με­τά τον θά­να­το του.


Ά­σκη­τεύ­ει πά­νω στην α­μυ­γδα­λιά

Μια μέ­ρα λοι­πόν κα­τα­νύ­χτη­κε πο­λύ η καρ­διά του. Έ­τσι α­φου α­νέ­βη­κε σε μια α­μυ­γδα­λιά, που βρι­σκό­ταν στο δε­ξιό μέ­ρος της Εκ­κλη­σί­ας, έ­μει­νε πά­νω σε έ­να κλα­δί του δέν­δρου, στο ό­ποι­ο ε­κα­νε ό­πως μπό­ρε­σε ε­να μι­κρό κρε­βά­τι. Ε­κεί α­σκή­τευ­ε καρ­τε­ρι­κό με θαυ­μά­σια υ­πο­μο­νή, βα­σα­νι­ζό­με­νος ά­πό τους α­νέ­μους, τις βρο­χές και τα χι­ό­νια, κα­τα­φλε­γό­μέ­νος α­πό το κά­ψι­μο του ή­λιου το κα­λό­καί­ρι, θλι­βό­μέ­νος φο­βε­ρά και ά­πό άλ­λες στε­νο­χώ­ρί­ες. Ω της καρ­τε­ρί­ας και της θαυ­μα­σί­ας πο­λυά­θλσυ και κα­θη­με­ρι­νης ύ­πο­μο­νης του Μάρ­τυ­ρος. Και πως υ­πέ­φε­ρε ο α­εί­μνη­στος τό­ση κα­κο­πά­θεια.
Οι άλ­λοι στυ­λί­τες εί­χαν και λί­γη στα­θε­ρό­τη­τα, δι­ό­τι οι στύ­λοι ή­σαν κτι­στοί, και έ­με­ναν α­κί­νη­τοι. Και πά­λι, ο­τάν κοί­μών­του­σαν η ε­κα­ναν κά­ποι­α άλ­λη α­ναγ­καί­α ερ­γα­σί­α, ή­σαν α­κί­νη­τοι. Αλ­λα αυ­τός ο α­δα­μάν­τι­νος κι­νούν­ταν πάν­το­τε πά­νω στο κλα­δί του δέν­δρου, χω­ρίς να έ­χει πο­τέ ά­νε­ση, βα­σα­νι­ζό­με­νος ά­πό τις βρο­χές και τους ά­νε­μους και θλι­βό­μέ­νος φο­βε­ρά ά­πό το χι­ό­νι.

«Δί­και­ος ω­σι φοί­νιξ αν­θή­σει»

Αν και τό­σα πολ­λά υ­πέ­φε­ρε ο καρ­τε­ρό­ψυ­χος, δεν τεμ­πέ­λια­σε ού­τε στο πα­ρα­μι­κρό ο­λι­γο­ψύ­χη­σε ού­τε α­δι­α­φό­ρη­σε, ου­τε αλ­λοι­ώ­θη­κέ το αγ­γε­λι­κό πρό­σω­πο του, άλ­λά η­ταν το πρό­σω­πο του ω­ραί­ο σαν τρι­αν­τά­φυλ­λο. Πράγ­μα­τι σε αυ­τόν τον μα­κά­ριο έκ­πλη­ρώ­θη­κε ο λό­γος του προ­φή­του, «Δί­και­ος ως φοί­νιξ αν­θή­σει, και ώ­σεί κέ­δρος η εν τω Λι­βά­νω πλη­θυν­θή­σε­ται». Δι­ό­τι με τις πρά­ξεις του άν­θη­σε και αυ­τός ο­πως ο φοί­νι­κας και α­πέ­δι­δε καρ­πό στον Θε­ό ο­πως αρ­μό­ζει, γλυ­κύ­τε­ρο και ω­φε­λι­μό­τε­ρο ά­πό την α­μυ­γδα­λιά και τον φοί­νι­κα. Ε­πει­δή το μεν δέν­δρο κά­νει άν­θη και καρ­πό που φθεί­ρον­ται σε αν­θρώ­πι­νη τέρ­ψη και α­πό­λαυ­σι, ο δε Ό­σιος ευ­χα­ρι­στού­σε κά­θε στιγ­μή τον Α­γα­θό Θε­ό με καρ­πούς θε­ω­ρί­ας και πρά­ξε­ως, υ­μνο­λο­γών­τας και δο­ξά­ζον­τας α­στα­μά­τη­τα Αυ­τόν.


Οι μα­θη­τές του τον πα­ρα­κα­λούν να κα­τέ­βει α­πό την α­μυ­γδα­λιά

Εί­χε ο Ο­σιος και με­ρι­κους μα­θη­τές, οι ό­ποι­οι, ή­σαν ε­ξαι­ρε­τι­κά ευ­λα­βείς και φι­λό­χρι­στοι, και οι ό­ποι­οι κο­πί­α­ζαν α­γω­νι­ζό­με­νοι μα­ζί του. Πολ­λές φο­ρές τον πα­ρα­κα­λού­σαν, να κα­τε­βει ά­πό το δέν­δρο, να του κτί­σουν κελ­λί, ο­πως του ά­ρε­σε, ή­συ­χο, για να τους ποι­μαί­νη για την σω­τη­ρί­α τους. Άλ­λα αυ­τός τους έ­λε­γε. «Α­δελ­φοί και τέ­κνα μου, ε­γώ εί­μαι α­μαρ­τω­λός και α­νά­ξιος άν­θρω­πος. Άλ­λα ο Δε­σπό­της Χρι­στός, ο κά­λος βο­σκός που προ­σφέ­ρει την ψυ­χή Του υ­πέρ των προ­βά­των (Ί­ω­άν. 1, 11), Αυ­τός να σας φυ­λά­η α­πό τις ε­πι­θέ­σεις του δαί­μο­να, και να σας α­ξί­ω­ση ως Ύ­πε­ρά­γα­θός, της αι­ω­νί­ου Βα­σι­λεί­ας Του. Δι­ό­τί ε­γώ, ζει Κύ­ριος ο Θε­ός μου Ι­η­σους Χρι­στός, ο Υι­ός του Θε­ού, δεν κα­τε­βαί­νω ά­πο αυ­τό το δέν­δρο, μέ­χρι να πε­ρά­σουν τρί­α χρό­νια και πά­λι: με την δι­κή Του εν­το­λή. Δι­ό­τι χω­ρίς να εί­ναι θέ­λη­μα Του, δεν κα­τε­βαί­νω κα­θό­λου α­πό ε­δώ».
Οι μα­θη­τές του ο­ταν εί­δαν ο­τι δεν άλ­λα­ζε γνώ­μη, δεν τον ε­νό­χλη­σαν πά­λι.

Αγ­γε­λος Κυ­ρί­ου τον ε­πι­σκέ­πτε­ται

Ο­ταν λοι­πόν τε­λεί­ω­σαν τα τρί­α χρό­νια, φά­νη­κε σε αύ­τόν Α­γιος Άγ­γε­λος και του εί­πε: «Δα­βίδ, ά­κου­σε ο Κύ­ριος την προ­σέ­υ­χή σου, και σου δί­νει την χά­ρη που πολ­λές φο­ρές ζή­τη­σες, να εί­σαι τα­πει­νός και με­τριόφρων, να τον φο­βά­σαι και να τον λα­τρευ­ης με την ευ­λά­βεια που αρ­μο­ζε­ι. Κα­τέ­βα λοι­πόν α­πό το δέν­δρο και η­σύ­χα­σέ στο κελ­λί, ευ­λο­γών­τας τον Θε­ό, μέ­χρι να τε­λεί­ω­σης και άλ­λη οι­κο­νο­μί­α και τό­τε θα βρης α­νά­παυ­ση ά­πα τους σω­μα­τι­κούς κό­πους και ψυ­χι­κή πα­ρη­γο­ριά».
Ο­ση ώ­ρα του μι­λού­σε ο Αγ­γε­λος, ά­κου­γε με φό­βο και τρό­μο. Ε­πει­τα, ό­ταν χά­θη­κε ο Αγ­γε­λος, ο Ό­σιος, ευ­χα­ρί­στη­σε τον Κύ­ριο, και εί­πε: «Εύ­λο­γη­τός ο Θε­ός, ο ό­ποι­ος δε­χθη­κε την προ­σευ­χή μου και με ε­λέ­η­σε»

Κα­τε­βαί­νει α­πό την α­μυ­γδα­λιά

Τό­τε κά­λε­σε τους μα­θη­τές του και τους φα­νέ­ρω­σε την ο­πτα­σί­α. Τους εί­πε μά­λι­στα να ε­τοι­μά­σουν και το κελ­λί σύμ­φω­να με την δε­σπο­τι­κή εν­το­λή. Ε­κεί­νοι, με με­γά­λη φρον­τί­δα έ­κα­ναν ό­πως τους εί­πε, ει­δο­ποί­η­σαν και τον ά­γι­ώ­τα­το Αρ­χι­ε­πί­σκο­πο Δω­ρό­θε­ο, ο ό­ποι­ος πή­ρε χα­ρού­με­νος τους εύ­λα­βε­στα­τους κλη­ρι­κούς και ά­φου α­νέ­βη­κε στον Ο­σιο τον α­σπά­σθη­κε και τον κα­τέ­βα­σαν α­πό το δέν­δρο με πολ­λή ευ­λά­βεια. Α­φου λει­τούρ­γη­σαν τον έ­βα­λαν στο κελ­λί του, και έ­κα­ναν με­γά­λο πα­νη­γύ­ρι.
Ε­τσι αυ­τοί ε­νώ ε­πέ­στρε­ψαν χα­ρού­με­νοι, ο Ο­σιος έ­μει­νε η­συ­χά­ζον­τας στο κελ­λί, δο­ξά­ζον­τας ό­πως και πριν α­στα­μά­τη­τα τον Κύ­ριο, ο ό­ποι­ος τό­ση Χά­ρη του χά­ρι­σε, ώ­στε δαι­μό­νια έ­δι­ω­χνε, τύ­φλούς φώ­τι­ζε και κά­θε άλ­λη ά­γι­ά­τρευ­τη αρ­ρώ­στια γι­ά­τρευ­ε, ε­πι­κα­λού­με­νος τον Χρί­στο: Ά­πό τα πολ­λά ση­μεί­α που έ­κα­νε να ά­να­φέ­ρου­με δύ­ο.

Γι­α­τρεύ­ει τον νέ­ο

Κά­ποι­ος νέ­ος που εί­χε δαι­μό­νιο πή­γε μια μέ­ρα στο κελ­λί του Ο­σί­ου. Ο­ταν ε­φθά­σε έ­ξω ά­πό την πόρ­τα φώ­να­ζε και έ­λε­γε: «Α­πό­λυ­σε με Δα­βίδ, δού­λε του αι­ω­νί­ου Θε­ου, δι­ό­τι φω­τιά βγαί­νει ά­πό το κελ­λί σου και με καί­ει».
Τό­τε ο Οσιος ά­πλω­σε ά­πό το πα­ρά­θυ­ρο το χέ­ρι του και κρά­τη­σε τον νέ­ο, λέ­γον­τας: «Ο Κύ­ριος ή­μων Ί­ηα­ους Χρι­στός, ο Υι­ός του Θε­ού του ζών­τος, σε δι­α­τά­ζει να έ­ξέλ­θης ά­πό το πλά­σμα του, πνευ­μα α­κά­θαρ­το».
Αυ­τά ά­φού εί­πε, σφρά­γι­σε τον νέ­ο με το ση­μεί­ο του Τι­μί­ου Σταύ­ρου, και α­μέ­σως βγή­κε ο δαί­μο­νας και γι­α­τρεύ­τη­κε ο άν­θρω­πος. Ο­λοι ό­σοι ή­σαν ε­κεί, ο­ταν εί­δαν τέ­τοι­ο θαύ­μα δό­ξα­σαν τον Θε­ό, ο ό­ποι­ος δο­ξά­ζει ό­σους τον δο­ξά­ζουν με θε­ά­ρε­στα έρ­γα.

Γι­α­τρεύ­ει την τυ­φλή γυ­ναί­κα

Κά­ποι­α γυ­ναί­κα ή­ταν τυ­φλή και δεν έ­βλε­πε κα­θό­λου. Ο­ταν ά­κου­σε για τις α­ρε­τές του Ό­σιου και θαυ­μά­σιου Δα­βίδ πή­ρε κά­ποι­ον ο­δη­γό και πή­γε στο κελ­λί του. Έ­κει έ­πε­σε έ­ξω ά­πό την πόρ­τα, έ­κλαι­γε, και έ­λε­γε με τα­πεί­νω­ση πολ­λή: «Δού­λε του ευ­λο­γη­μέ­νου Χρι­στου βο­ή­θη­σε με, μι­μού­με­νος του Δε­σπό­του Χρι­στού την χρη­στό­τη­τα, γλύ­τω­σε με άπό αυτό το μεγάλο βάσανο, και χάρισε μου το φως των ο­φθαλ­μών μου, το χαρ­μό­συ­νο σε ο­λους και πα­νευ­φρό­συ­νο».
Και έ­νω έ­λε­γε αυ­τά και άλ­λα πολ­λά με στε­ναγ­μούς και θερ­μό­τα­τα δά­κρυ­α, δά­κρυ­σε και ο Ο­σιος συμ­με­τέ­χον­τας στον πό­νο και την θλί­ψη της, σαν συμ­πα­θής, που ή­ταν και εύσ­λαγ­χνος. Ε­πει­τα α­φού προ­σευ­χή­θη­κε πο­λύ ώ­ρα στον Κύ­ριο της εί­πε να ση­κω­θή ά­πό την γη, ό­που εί­χε πέ­σει και έ­κλαι­γε, και να πλη­σί­α­ση στο πα­ρά­θυ­ρο του κελ­λιου του.
Τό­τε ά­πλω­σε το δε­ξί του χέ­ρι έ­ξω ά­πό το πα­ρά­θυ­ρο και α­φού σφρά­γι­σε τα μά­τια της α­σθε­νούς με το ση­μεί­ο του Τι­μί­ου Σταυ­ροί, προ­σευ­χό­με­νος προς τον Κύ­ριο πά­λι έ­λε­γε: «Κύ­ρι­ε Ί­η­σου Χρι­στέ, Υι­έ τσυ Θε­ου του ζών­τος, ο ο­ποί­ος σαρ­κώ­θη­κες εκ της ά­ει­παρ­θέ­νου Μα­ρί­ας και εκ Πνεύ­μα­τος Α­γιου, για να βγά­λεις α­πό το σκο­τά­δι τον άν­θρω­πο, φι­λάν­θρω­πε, και για τον φε­ρης στο φως το αι­ώ­νιο, ο ο­ποί­ος και τον εκ γε­νε­τής τυ­φλό φώ­τι­σες, Αύ­τος και τώ­ρα Δέ­σπο­τα, φώ­τι­σε και την δού­λη σου αυ­τή ε­πει­δή εί­σαι παν­το­δύ­να­μος. Δι­ό­τι συ εί­σαι ο φω­τι­σμός των ψυ­χών μας, και Σε δο­ξά­ζου­με πάν­το­τε μα­ζί με τον Πα­τέ­ρα και το Ά­γιο Πνεύ­μα».
Με­τά την προ­σευ­χή του Ό­σιου, φω­τί­σθη­κε α­με­σώς η πρώ­ην τυ­φλή και έ­βλε­πε λαμ­πρά και κα­θα­ρά, ευ­χα­ρι­στου­σα τον Ο­σιο και δο­ξά­ζου­σα τον Κύ­ριο.

Όλους τους γι­ά­τρευ­ε

Αυ­τό το με­γά­λο κα­τόρ­θω­μα ο­τάν ά­κου­σαν οι Θεσ­σα­λο­νι­κείς τον εί­χαν ο­λοι σε με­γά­λη ευ­λά­βεια και τον τι­μού­σαν σαν θει­ο Αγ­γε­λο. Και ο­ποί­ος εί­χε κά­ποι­α α­σθέ­νεια πή­γαι­νε σε αυ­τόν και μό­λις άγ­γι­ζε με το δεξί του χέρι τον άρ­ρω­στο ε­φευ­γε α­μέ­σως και σκόρ­πι­ζε κά­θε αρ­ρώ­στια, ό­πως δι­α­λύ­ε­ται το σκο­τά­δι α­πό το φως. Πολ­λά λοι­πόν και θαυ­μά­σια α­φου έ­κα­νε, δο­ξά­σθη­κε πο­λύ ά­πό τους αν­θρώ­πους και ό­λοι τον σε­βόν­του­σαν.

Ό­λοι ψη­φί­ζουν τον Όσιο να τους εκ­προ­σώ­πη­σει στον Βα­σι­λέ­α

Με­τά ά­πό πολ­λά χρό­νια πέ­θα­νε ο Μη­τρο­πο­λί­της Θεσ­σα­λο­νί­κης Δω­ρό­θε­ος, και την θέ­ση του έ­λα­βε άλ­λος ε­πί­σης ε­νά­ρε­τος, του ο­ποί­ου το ό­νο­μα ή­ταν Α­ρι­στεί­δης. Ο­μως τον και­ρό ε­κεί­νο γι­νόν­του­σαν στην Θεσ­σα­λί­α ά­πό τους βαρ­βά­ρους, με­γά­λες ζη­μί­ες και πολ­λή α­να­τα­ρα­χή. Ο έ­παρ­χος του Ιλ­λυ­ρι­κου έ­γρα­ψε στον Μη­τρο­πο­λί­τη, να πά­ει στο βα­σι­λέ­α, η να στεί­λη κά­ποι­ον ε­νά­ρε­το άν­θρω­πο να τον πα­ρα­κά­λε­ση να ψή­φι­σει έ­παρ­χο στην Θεσ­σα­λο­νί­κη εξ αι­τί­ας των προ­βλη­μά­των που δη­μι­ουρ­γού­σαν οι βάρ­βα­ροι δι­ό­τι δεν υ­πήρ­χε στην Θεσ­σα­λο­νί­κη έ­παρ­χος άλ­λα μό­νον το­πο­τη­ρη­τής, και υ­πα­γόν­του­σαν στον έ­παρ­χο Σιρ­μί­ου. Ό­ταν λοι­πόν δι­ά­βα­σε ο α­γι­ώ­τα­τος Α­ρι­στεί­δης, ο Αρ­χι­ε­πί­σκο­πος θεσ­σα­λο­νί­κης, την ε­πι­στο­λή του έ­παρ­χου μπρο­στά στους κλη­ρι­κούς και τους άρ­χον­τες της πό­λε­ως τους εί­πε να ψη­φί­σουν κά­ποι­ον κα­τάλ­λη­λο και λό­γιο άν­θρω­πο για να τον στεί­λουν στον βα­σι­λέ­α για την υ­πό­θε­ση αν­τη.
Τό­τε ό­λοι οι συγ­κεν­τρω­μέ­νοι στην Εκ­κλη­σί­α της πό­λε­ως συμ­φώ­νη­σαν και εί­παν να στεί­λουν τον Ο­σιο Δα­βίδ για να τον σε­βα­σθή ο ευ­σε­βέ­στα­τος βα­σι­λεύς ως ε­νά­ρε­το και Α­γιο άν­θρω­πο, και να δε­χθη την πα­ρά­κλη­ση τους.
Αύ­τό ε­γι­νέ κα­τά οι­κο­νο­μί­α της θεί­ας Προ­νοί­ας, για να εκ­πλη­ρω­θή η πρό­βλε­ψη του Αγ­γέ­λου, ο ό­ποι­ος ει­πε στον Ο­σιο να κα­τε­βη α­πό το δέν­δρο, για να κά­νει και άλ­λη οι­κο­νο­μί­α και τό­τε να α­πέλ­θει προς Κύ­ριο.

Ο Όσιος δέ­χθη­κε την πα­ρά­κλη­σή τους

Α­φού πη­ρέ λοι­πόν ο Άρ­χι­ε­ρεύς τους πιο ευ­λα­βείς α­πό τους Κλη­ρι­κούς και λαι­κούς πή­γαν στον Ό­σιο και του α­νήγ­γει­λαν την υ­πό­θε­ση και τον πα­ρα­κα­λού­σαν να πά­ει στον αυ­το­κρά­το­ρα για το ως ά­νω ζή­τη­μα. Ο Ο­σιος στην αρ­χή προ­φα­σί­σθη­κε ό­τι δεν μπο­ρού­σε να πά­η ε­πει­δή ή­ταν γέ­ρον­τας, έ­πει­τα βλέ­πον­τας, ο­τι ο­λοι τον πί­ε­ζαν να πά­ει δέ­χθη­κε για να μη γι­νη και πα­ρή­κο­ος του Αρ­χι­ε­ρέ­ως και ό­λων των φι­λο­χρί­στων πο­λι­των που τον πα­ρα­κα­λού­σαν.

Ο Ο­σιος τους προ­λέ­γει για την ε­πι­τυ­χί­α κα­θώς και για το τέ­λος του.

Α­φου ο Ο­σιος θυ­μή­θη­κε και του αγ­γέ­λου την πρό­βλε­ψη λέ­ει στον Αρ­χι­ε­πίσκο­πο: Ας γί­νει Α­γι­ε Δέ­σπο­τα το θέ­λη­μα του Κυ­ρί­ου. Ο­μως να γνω­ρί­ζε­τε, ο­τι ο μεν βα­σι­λεύς με τις ευ­χές σας θα μου χα­ρί­ση ο­σα του ζη­τή­σω, του Θε­ου συ­νερ­γούν­τος, αλ­λά τον Δα­βίδ δεν θα τον ξα­να­δεί­τε πλέ­ον ζων­τα­νό, για να συ­νο­μι­λή­σου­με. Δι­ό­τι ε­πι­στρέ­φον­τας α­πό τα βα­σί­λεια προς έ­σας, ο­ταν θα βρί­σκο­μαι ά­κό­μη σε α­πό­στα­ση 126 στα­δί­ων α­πό αυ­τό το τα­πει­νό κε­λί μου, τό­τε θα πά­ω προς τον Δε­σπό­τη μου».
Ο Αρ­χι­έ­ρεύς νο­μί­ζον­τας ο­τι έ­λε­γε αυ­τά ως πρό­φα­ση, για να μη τον α­ναγ­κά­σουν, τον συμ­βού­λευ­σε και του εί­πε: «Μι­μή­σου, πά­τερ μου, τον Ποι­μέ­να μας και Δι­δά­σκα­λο Χρι­στό, ο ό­ποι­ος θα­να­τώ­θη­κε για μας ως άν­θρω­πος και πέ­θα­νε. Πέ­θα­νε λοι­πόν και συ για τον λα­ό σου, για να σε ευ­χα­ρι­στή­σουν οι άν­θρω­ποι και α­πό τον Δε­σπό­τη Χρι­στό να λά­βεις δό­ξα και ά­πει­ρο έ­παι­νο, σαν μι­μη­τής του πά­θους Του».

Α­να­χω­ρεί για το Βυ­ζάν­τιο
Τό­τε βγαί­νον­τας α­πό το κελ­λι ο τρι­σμα­κά­ριος, ό­λοι τον προ­σκύ­νη­σαν, δι­ό­τι η μορ­φή του ή­ταν ε­να θαυ­μα­στό θέ­α­μα, οι τρί­χες της κε­φα­λής του έ­φθα­ναν ως την ζώ­νη του, το γέ­νεια του μέ­χρι τα πό­δια του, το σε­βά­σμιο πρό­σω­πο του ή­ταν ω­ραί­ο σαν του Α­βρα­άμ, ώ­στε ό­ποι­ος τον έ­βλε­πε τον θαύ­μα­ζε. Α­φού λοι­πόν πή­ρε δύ­ο ά­πό τους μα­θη­τές του, τον Θε­ό­δω­ρο και τον Δη­μή­τριο, άν­δρες ευ­λα­βείς και ε­νά­ρε­τους, ό­χι μό­νο στην ψυ­χή αλ­λά ό­μοι­οι του και στην μορ­φή του σώ­μα­τος, κα­τέ­βη­καν στον λι­μά­νι της πό­λε­ως, και ά­φου μπή­καν στο πλοί­ο ά­νε­χώ­ρη­σαν. Ο­ταν έ­φθα­σαν στο Βυ­ζάν­τιο, α­κού­σθη­κε η φή­μη του Ό­σιου σε ο­λη την πό­λι.

Τον υ­πο­δέ­χον­ται με με­γά­λες τι­μές

Τον και­ρό ε­κεί­νο Αυ­το­κρά­το­ρας ή­ταν ο ευ­σε­βής Ι­ου­στι­νια­νός, ο ο­ποί­ος α­που­σί­α­ζε. Η βα­σί­λισ­σα Θε­ο­δώ­ρα ε­στει­λε εκ­προ­σώ­πους της και τον υ­πο­δέ­χθη­κε με πολ­λή ευ­λά­βεια.
Ο­ταν εί­δε το λαμ­πρό ε­κει­νο και άγ­γε­λό­μορ­φο πρό­σω­πο με τέ­τοι­α λευ­κά μαλ­λιά, θαύ­μα­σε, τον προ­σκύ­νη­σε με πολ­λή τα­πεί­νω­ση και του ζή­τη­σε την ευ­χή του και την ευ­λο­γί­α του. Πράγ­μα­τι ο Ο­σιος ευ­χή­θη­κε για τον βα­σι­λέ­α, για αυ­τήν και για ό­λη την πό­λη. Η ευ­σε­βής βα­σί­λισ­σα τον δε­ξι­ώ­θη­κε με τό­ση με­γά­λη χα­ρά και με το­ση πε­ρι­ποί­η­ση δι­ό­τι νό­μι­ζε ο­τι Άγ­γε­λον Κυ­ρί­ου δέ­χθη­κε και ό­χι άν­θρω­πο.
Ο­ταν ε­πέ­στρε­ψε ο βα­σι­λεύς, του α­νέ­φε­ρε για τον Ο­σιο και του εί­πε: «Ο Πα­νά­γα­θος Θε­ός μας εύ­σπλα­χνί­στη­κε Δέ­σπο­τα και έ­στει­λε στο κρά­τος σου σή­με­ρα τον Αγ­γε­λο του, ο ό­ποι­ος ήλ­θε α­πό την Θεσ­σα­λο­νί­κη και μου φά­νη­κε ο­τι εί­δα στα α­λή­θεια τον Α­βρα­άμ».

Ο βα­σι­λευς δέ­χτη­κε αυ­τά που του ζή­τη­σε ο Ο­σιος

Την άλ­λη μέ­ρα το πρω­ί έ­δω­σε εν­το­λή ο βα­σι­λεύς, ο­ταν συγ­κεν­τρώ­θη­κε ο­λη η Σύγ­κλη­τος, να έλ­θει ο Ό­σιος, με τους μα­θη­τές του. Ε­κεί ο Ο­σιος έ­βα­λε στα χέ­ρια του α­ναμ­μέ­να κάρ­βου­να και θυ­μί­α­μα και θύ­μια­σε τον βα­σι­λέ­α και ο­λη την Σύγ­κλη­το χω­ρίς κα­θό­λου να βλά­πτουν ά­πό την φω­τιά τα χέ­ρια του, αν και πέ­ρα­σε πε­ρισ­σό­τε­ρο ά­πό μί­α ώ­ρα μέ­χρι να θυ­μί­α­ση ο­λο τον λα­ό. Αυ­τό το θαυ­μά­σιο, ό­ταν το εί­δαν, θαύ­μα­σαν ο­λοι.
Κα­τό­πιν ση­κώ­θη­κε ά­πό τον θρό­νο του ο βα­σι­λεύς, τον υ­πο­δέ­χθη­κε με με­γά­λη χα­ρά και πολ­λή ευ­λά­βεια, και α­φού ά­κου­σε τις α­να­φο­ρές του Μη­τρο­πο­λί­τη του, τα δέ­χθη­κε ό­λα ο ευ­σε­βής και φι­λό­χρι­στος βα­σι­λεύς, ψη­φί­ζον­τας την με­τα­φο­ρά της έ­δρας του έ­παρ­χου ά­πό το Σίρ­μιο στη Θεσ­σα­λο­νί­κη. Και ο­χι μό­νον ο­σα έ­γρα­φαν τα γράμ­μα­τα εκ­πλή­ρω­σε, αλ­λά και ο­σα ζή­τη­σε ο ί­διος ο Ο­σιος με με­γά­λη προ­θυ­μί­α ε­ξε­τέ­λε­σε και τα υ­πέ­γρα­ψε κα­τά την τά­ξη με ε­ρυ­θρά γράμ­μα­τα, τα ό­ποι­α με τα ί­δια του τα χέ­ρια έ­δω­σε στον Ο­σιο και του λέ­γει: «Ευ­χου, τί­μι­ε Πά­τερ, δι’ έ­μέ». Με­τά τον προ­έ­πεμ­ψε με με­γά­λη τι­μή .

Το τέ­λος τον Ό­σιου

Ο Ο­σιος έ­ξε­πλή­ρω­σε την α­πο­στο­λή του και έ­πλευ­σε προς την Θεσ­σα­λο­νί­κη, άλ­λα δεν έ­φθα­σε στην πό­λη ο­πως προ­ε­φή­τευ­σε. Ο­ταν έ­φθα­σε στην πε­ρι­ο­χη του Φά­ρου, εί­πε προς τους μα­θη­τές του: «Τέ­κνα μου, ο και­ρός του τέ­λους μου έ­φθα­σε, να εν­τα­φι­ά­σε­τε το λεί­ψα­νο μου στο Μο­να­στή­ρι ό­που δι­έ­με­να. Να φρον­τί­ζε­τε την ψυ­χή σας για να βρείτε αι­ώ­νια α­νά­παυ­ση». Αυ­τά και άλ­λα ψυ­χω­φε­λή λό­για ά­φού το­υς εί­πε, έ­φθα­σαν α­τό α­κρω­τή­ριο, που ο­νο­μά­ζε­ται Εμ­βο­λος. Α­πό ε­κεί φαι­νό­ταν το Μο­να­στή­ρι του, το ό­ποι­ο ά­φού κοί­τα­ξε έ­κα­νε την προ­σευ­χή του, α­σπά­σθη­κε τους μα­θη­τές του και πα­ρέ­δω­σε ο τρι­σευ­τυ­χι­σμέ­νος την ψυ­χή του στον θε­ό.

Αγ­γε­λι­κές υ­μνω­δί­ες

Ο­ταν κοι­μή­θη­κε ο Ο­σιος φυ­σού­σε ι­σχυ­ρός ά­νε­μος και έ­νω μέ­χρι τό­τε έ­πλε­αν με με­γά­λη τα­χύ­τη­τα, το πλοί­ο, ω του θαύ­μα­τος, στα­μά­τη­σε για πολ­λή ω­ρα πα­ρά τον δυ­να­τό ά­νε­μο χω­ρίς να κου­νη­θει κα­θό­λου. Ήλ­θε μά­λι­στα και α­πε­ρί­γρα­πτος εύ­ω­δία θυ­μι­α­μά­των και φω­νές α­πό τον α­έ­ρα α­κου­γό­ταν, οι ο­ποί­ες υ­μνού­σαν με­λω­δι­κά τον Κύ­ριο. Ά­φου πέ­ρα­σε αρ­κε­τή ώ­ρα στα­μά­τη­σαν οι φω­νές.

Ο λα­ός τον υ­πο­δέ­χε­ται με ευ­λά­βεια

Τό­τε και το πλοί­ο ξε­κί­νη­σε, αλ­λά δεν πή­γε ό­μως στο λι­μά­νι ό­πως ή­ταν η συ­νή­θεια άλ­λα έ­πια­σε λι­μά­νι προς το δυ­τι­κό μέ­ρος της πό­λε­ως, στον τό­πο ο­που έρ­ρι­ξαν οι ά­σε­βείς, πιο μπρο­στά τα λεί­ψα­να των Ά­γι­ων Θε­ο­δού­λου και Ά­γα­θό­πο­δος.
Τό­τε ό­ταν ά­κου­σαν την κοί­μη­ση και τον ερ­χο­μό του Ό­σιου, βγή­κε ο­λη η πό­λη με τον Αρ­χι­ε­πί­σκο­πο, και βα­στά­ζον­τες με πολ­λή ευ­λά­βεια το ά­γιο λεί­ψα­νο ήλ­θαν στο Μο­να­στή­ρι και του έ­κα­ναν θή­κη με τε­τρά­γω­να ξύ­λα, στην ο­ποί­αν τον έ­βα­λαν και με τι­μή τον εν­τα­φί­α­σαν. Ε­πει­τα με­τέ­φε­ραν την έ­δρα του Έ­παρ­χου στην Θεσ­σα­λο­νί­κη σύμ­φω­να με την βα­σι­λι­κή δι­α­τα­γή. Τον Ο­σιο ε­όρ­τα­ζαν κά­θε χρό­νο στο Μο­να­στή­ρι.

Δεν ε­πέ­τρε­πε να πά­ρουν ά­πό το α­γιό λεί­ψα­νο του

Ο­ταν πε­ρα­σαν 150 χρό­νια ή­ταν έ­κεί Η­γού­με­νος έ­νας ε­νά­ρε­τος άν­θρω­πος, που το ό­νο­μα του ή­ταν Δη­μή­τριος, ο ο­ποί­ος εί­χε πολ­λη ευ­λά­βεια στον Ο­σιο. Ε­πει­δή ο­μως εί­χε με­γά­λη ε­πι­θυ­μί­α να πά­ρει μέ­ρος α­πό το ά­γιο λεί­ψα­νο για να το έ­χει ως ευ­λο­γί­α, έ­βα­λε αν­θρώ­πους και ε­σκα­βαν τον τά­φο.
Ά­με­σως ο­μως έ­σκα­σε η πλά­κα στα τέσ­σε­ρα και τό­τε κα­τά­λα­βε ο­τι ο Α­γιος δεν ή­θε­λε, και ά­φη­σε την προ­σπά­θεια.
Ο μα­θη­τής του Η­γου­μέ­νου αυ­του, του ο­ποί­ου το ό­νο­μα ή­ταν Σέρ­γιος, ο ό­ποι­ος έ­γι­νε και έ­κεί­νός Η­γού­με­νος, και υ­στέ­ρα, έ­πει­δη ή­τάν πο­λύ ε­νά­ρε­τος, ε­γι­νε και Αρ­χι­ε­πί­σκο­πος θεσ­σα­λο­νί­κης τι­μου­σε πο­λύ τον Ό­σιο. Ε­χον­τας προς αυ­τόν πολ­λή ευ­λά­βεια, τον πα­ρα­κα­λού­σε πολ­λές φο­ρές στην προ­σευ­χή του να τον συγ­χω­ρέ­σει, και να του έ­πι­τρέ­ψει να πά­ρει λί­γο ά­πό το ά­γιο λεί­ψα­νο του. Πράγ­μα­τι πή­ρε πλη­ρο­φο­ρί­α α­πό. τον Θε­ό, ο­τι συμ­φώ­νη­σε ο Ο­σιος και ά­νοι­ξε τον τά­φο. Βγή­κε τό­τε θαυ­μά­σια ευ­ω­διά και βλέ­πον­τας α­κό­μη το λεί­ψα­νο σώ­ο και α­κέ­ραι­ο, δεν τόλ­μη­σε να πά­ρει ά­πό αυ­τό μέ­ρος, πα­ρά μό­νο λί­γες τρί­χες ά­πό την κε­φα­λή του και ά­πό τα γέ­νεια, τα ό­ποι­α φύ­λα­γε με α­κρί­βεια και τα α­σπά­ζον­ταν την ή­με­ρα της ε­ορ­τής του οι φι­λό­χρι­στοι.
Η ε­ορ­τή της κοι­μή­σε­ως του τε­λεί­ται στις 26 Ι­ου­νί­ου, χαρ­μό­συ­να κά­θε χρό­νο, ευ­φη­μουν­τες τον Ο­σιο προς δό­ξαν του Πα­τρός και του Υι­ου και του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Το κλα­δί μιας α­μυ­γδα­λιάς δι­ά­λε­ξε ο Ο­σιος Πα­τέ­ρας μας Δα­βίδ για τό­πο των ά­γώ­νων του. Πά­νω σ’ αυ­τό πο­λέ­μη­σε με τις δυ­σκο­λί­ες της φύ­σε­ως, τις βρο­χές, τα χι­ό­νια, την ζέ­στη και τους ά­νε­μους. Πά­νω σε αυ­τό πο­λέ­μη­σέ κα­τα των α­ο­ρά­των ε­χθρών. Πά­νω σε αυ­τό μι­μή­θη­κε τους α­γί­ους της Εκ­κλη­σί­ας μας και α­πέ­κτη­σε τις α­ρε­τές. Και καρ­πο­φό­ρη­σε ό­χι ό­πως η α­μυ­γδα­λιά, καρ­πούς υ­λι­κούς, που ε­ξυ­πη­ρε­τούν τις α­νάγ­κες του σώ­μα­τος, άλ­λα καρ­πούς της χά­ρι­τος του Α­γιου Πνεύ­μα­τος. Πά­νω σε αυ­τό το κλα­δί κέρ­δι­σε το στε­φά­νι της αι­ω­νι­ό­τη­τας, το ο­ποί­ον ει­θε και έ­μεις με τις πρε­σβεί­ες του να κερ­δί­σου­με.

Ά­πο­λυ­τί­κιον Η­χος πλ α’.
Τον συ­νά­ναρ­χον Λό­γον

Τη α­γά­πη του Λό­γου, πά­τερ, πτε­ρού­με­νος, ε­πί του δέν­δρου δι­ήλ­θες αγ­γε­λι­κήν βι­ο­την, και έ­ξη­νεγ­κας ή­μιν καρ­πούς της χά­ρι­τος. εξ ων τρυ­φών­τες νο­η­τώς, εκ­βο­ω­μέν σοι πι­στώς, Δα­βίδ Ο­σι­ων α­κρό­της, μη δια-λι­πης πρε­σβεύ­ων, έ­λε­η­θή­ναι τας ψυ­χάς η­μών.

Κον­τά­κιον
Η­χος β’. Τους α­σφα­λεις
Ως μι­μη­την των ου­ρα­νί­ων τά­ξε­ων και α­γα­θων, των ε­πι­γεί­ων πά­ροι­κον, ε­πα­ξί­ως μα­κα­ρί­ζο­μεν, σε ω Δα­βίδ θε­ο­μα­κά­ρι­στε· τον βί­ον γαρ ως άγ­γε­λος ε­τέ­λε­σας, και θεί­ων δω­ρη­μά­των κα­τε­τρύ­φη­ο­ας, εξ ων και η­μιν με­τά­δος, Ο­σι­ε.

Με­γα­λυ­νά­ριον
Ή­νεγ­κας ως κλή­μα εν τη Ε­δέμ, έ­στως υ­πέρ φύ­σιν, ε­πί δέν­δρου, Πά­τερ Δα­βίδ, βό­τρυ­ας ή­δί­στους, ζω­ής της μα­κα­ρί­ας, δι­’­ων α­εί ευ­φραί­νεις, τους σε γε­ραίρον­τας.

 Απολυτίκιον. Ήχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Ως φοίνιξ εξήνθησας, των αρετών τους καρπούς, ασκήσας ως άσαρκος, αμυγδαλής εν φυτώ, Δαβίδ Πάτερ Όσιε. Όθεν Θεσσαλονίκη, τοις οσίοις σου πόνοις, χάριν παρά Κυρίου, δαψιλή καρπουμένη, γεραίρει ως μεσίτην σε, θερμόν προς τον Κύριον.

Κατὰ τὴν περίοδο τῆς λατινικῆς κυριαρχίας τοῦ μομ­φερ­ρατικοῦ οἴκου στὴ Θεσσαλονίκη (1204-1222), τὸ λείψανο με­τα­φέρθηκε στὴν ᾿Ιταλία καὶ τὸ 1236 ἀπαντᾶται στὴν Παβία, ἀπ᾿ ὅπου μεταφέρθηκε στὸ Μιλάνο τὸ 1967.

Τελικά, μὲ ἐνέργειες τοῦ Παναγιωτάτου Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης κ.κ. Παντελεήμονος Β, τὸ σεπτὸ λείψανο τοῦ ὁσίου Δαυὶδ μεταφέρθηκε στὴ Θεσσαλονίκη καὶ κατατέθηκε στὴ βασιλικὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου στὶς 16 Σεπτεμβρίου 1978.


το ιερό του λείψανο βρίσκεται σήμερα, όπως και της Αγίας Θεοδώρας, σε λάρνακα εντός της Ιεράς Μονής Αγίας Θεοδώρας (φωτο από εδώ)


Ο Ό­σιος Δα­βίδ ο εν Θεσ­σα­λο­νίκη Ο Ό­σιος Δα­βίδ ο εν Θεσ­σα­λο­νίκη Reviewed by Ιερός Ναός Αγίας Ειρήνης Χρυσοβαλάντου on 4:19 μ.μ. Rating: 5

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Sora Templates

Image Link [https://1.bp.blogspot.com/-1xL1R-oQgdM/V2vlGsjli8I/AAAAAAAALPA/3qUp3UUFF5M7Ih8qVtvqJ-N7EWNqoxBWACLcB/s1600/ekklisaki.jpg] Author Name [ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΑΣ ΕΙΡΗΝΗΣ] Author Description [Ο υπο ανέγερση Ιερός Ναός της Αγ. Ειρήνης Χρυσοβαλάντου Νέας Ευκαρπίας βρίσκεται στο κέντρο του νέου οικισμού των εργατικών κατοικιών] Twitter Username [agiaeirini] Facebook Username [osiaeirini] GPlus Username [106894850031497440000]